Εμείς φέτος τα δώσαμε εξω….

<<Ακου να τα δώσουν να τους τα κάνουν έξω! Μη χειρότερα, ακόμα τι θα ακούσω! Χάλασε ο κόσμος πιά…, Χάθηκε μιά φούχτα σιτάρι;……>> 

Μια τέτοια κουβέντα, μεταξύ μιάς θείας και μιάς άλλης, περασε σαν ανάμνηση από το μυαλό μου. Σαν αυτές τις κουβέντες που πετιούνται στα πρόχειρα και δεν τις πολυδίνουμε σημασία την ώρα που λέγονται. Μέχρι να έρθει κάποια στιγμή που ξεπετάγονται σας σπίθες και ερχονται και θρονιάζονται απροσκάλεστες στο καθιστικό της μνήμης. Μας πως  αποθηκεύονται; Πόσα καθίσματα διαθέτει το μυαλό; Πόσες σκέψεις χωρούν; Πόσες καθονται; Υπάρχει χώρος για όρθιες;
Στρογγυλοκαθισμένες ή μη γίνονται αναμνήσεις και όταν παρουσιαστεί η ευκαιρία αναδυονται σαν την Αφροδίτη από τους αφρούς και τα κύματα και σαν τον Φοίνικα που ανταναφλέγεται. Ετσι πετάχτηκε η ξεχασμένη κουβέντα που έγινε χρόνια και χρόνια πριν πηγαίνοντας “επάνω” . Το “επάνω” , ήταν η Αγία Ελένη, το Κοιμητήριο στα θεραπειά, Κωνσταντίνου και Ελένης, των Αγίων και Ισαποστόλων, που ήταν το Εκκλησάκι του νεκροταφείου μας, στο Ροσινιόλ. TARABYA RUM ORTODOKS MEZARLIGI, δωρεά Γ. Ζαρίφη, το 1873.
Μαμάδες και γιαγιάδες, παιδιά και παιδάκια σε τρίτροχες μικρές μπισικλέτες, μωρά στις πουσέτες και στα αρμπαδάκια, έπαιρναν την ανηφοριά κάτω από τις αγριοκαστανιές που έριχναν τις σκιές τους στο δρόμο. Βαριά τα κλαδιά φορτωμένα από ρόδινα και λευκά λουλούδια που το φύσημα του αγέρα τα έκανε να πετούν πέρα δώθε. Οι θείες που λέγαμε πιο πάνω,  είχαν καιρό να ιδωθούν και βρήκαν την ευκαιρία να πουν δυό λόγια. Ο δρόμος της ανηφορίτσας ήταν μακρύς αλλά ευχάριστος, τα πουλιά φλυαρούσαν χωρίς σταματημό σε ανταγωνισμό των <είπες κι είπα > της φλυαρίας των οδοιπόρων με τα άκακα, τα πιο πολλά- κουτσομπολιά τους. Ελεγε η μιά και πριν προλάβει να τελειώσει, έλεγε η άλλη, σταματημό δεν είχαν. Αυτή τη φορά το θέμα ήταν τα Κόλλυβα που η τάδε γνωστή δεν τα έκανε η ίδια, αλλά τα έδωσε να τα κάνουν έξω. 
 
 << Που έξω; Μα γίνεται; >>  <<Αν δεν το κάνεις το κόλλυβο στο σπίτι σου, να έρθει και καμιά γειτόνισσα από την παραμονή, να καθαρίσεις το σιτάρι να μην έχει κανένα πετραδάκι και σπάσει κανείς κανένα δόντι, να το πλύνεις δυό τρία νερά, να το βράσεις μέχρι να σκάσει, ε, στο μεταξύ να πιείς και κανένα καφεδάκι, να πεις και ένα σοχμπέτι>>. << Ε, να φυλάξεις το κολυβοζούμι για να κάνεις ασουρέ, έχεις που έχεις τα καρύδια και τα αμύγδαλα και τις σταπίδες….>>. Οι δύο αυτές θείες δε πολυσυμφωνούσαν σε πολλά αλλά  η προετοιμασία των Κολλύβων, τις έβρισκε σε πλήρη συμφωνία, Συνεχιζε η άλλη, << Βέβαια, είναι και το άλλο, προσεύχονται; Λένε και κανένα τροπάριο; Ενα Αιωνία η μνήμη τουλάχιστον. Θυμιάζουν; Ανάβουν και κανένα κερί <οι έξω;>. <<Εγώ που λές, βάζω στο τραπέζι πρώτα έναν μουσαμά και από πάνω στρώνω τρεις πετσέτες, πεσκίρια απορροφητικά, μετά απλώνω το βρασμένο σιτάρι και κάνω έναν Σταυρό στη μέση>> <<και εγώ και εγώ>> πρόφταινε η άλλη για να πάρει φόρα,  και να μην παραλείψει να πει πως έβγαζε το μεριδοχάρτι από τα Εικονίσματα με τα ονόματα των προσφιλών κεκοιμημένων, τα  έβαζε μαζί την Εικόνα της Αγίας Βαρβάρας δίπλα, άναβε ένα κερί <<λευκό από την Ανάσταση>>, << όχι καλέ, σκούρο, της Μεγάλης Πέμπτης>> πετιόταν η άλλη και θύμιαζε. Θύμιαζε και τα Εικονίσματα, αφού θύμιαζε που θύμιαζε. Σωστό και για τις δυό.
 
Σε τέλεια αρμονία, αφού είχαν πει στο μεταξύ ότι προηγουμένως καβούρντιαζαν ελαφριά λίγο αλεύρι, έιχαν αλέσει τα μπισκότα petit beurre, ψιλοκόψει τα καρύδια, ασπρίσει τα αμύγδαλα και αφού έβγαλαν τα κουκούτσια, είχαν  πλύνει και στεγνώσει τις σταπίδες – εδώ λίγο χαλούσε η αρμονία, η μια έλεγε ξανθές, η άλλη πιό σκούρες -όχι !!, αυτές είναι για τους λαδερούς ντολμάδες -και έφταναν στα μυρωδικά. Απαραιτήτως κανέλα και σκόνη κόλιαντρο, τριμμένο μοσχοκάρφι, και yeηi (ή yedi;) bahar και ότι άλλο μυρωδικό έιχαν στο σπίτι. 
Οταν έβλεπαν πως το σιτάρι ήταν έτοιμο, έσβηναν το κερί, τα καρβουνάκια στο μπρούντζινο θυμιατό είχαν σβήσει από ώρα, το μάζευαν και το τύλιγαν σε ένα τρισόνι για να μην ξεραθεί. Ολα αυτά στο τραπέζι, σε γαβάθες και σουπιερίτσες, το ένα τρυπητό πλάϊ στην ψιλή ζάχαρη και στο ψευτοκαβουρντισμένο αλεύρι, το αλλο δίπλα στα τριμμένα πετι-μπορ και η κανονική ζάχαρη στην ζαχαριέρα και φυσικά τα κουκουνάρια. Δίπλα τους τα αμυγδαλοκούφετα, ίδια και απαράλλαχτα με αυτά της χαράς,  της βάπτισης και του αρραβώνα, τα πάντα σκεπασμένα με πιάτα και πιατάκια για να μην πάνε οι μύγες. Ετοιμα για την ιεροτελεστία της άλλης μέρας που ήταν η συναρμολόγηση και το στόλισμα. Ετοιμος και ο δίσκος. Ασημένιος, της προίκας της, της μιάς, από λευκή πορσελάνη της άλλης. Και οι δύο όμως, στρογγυλοί.  Υπήρχε λόγος,
Περπατώντας κάτω από τις αγριοκαστανιές, σταματώντας πότε-πότε να πάρουν μιαν ανάσα και να δροσιστούν από μια μικρή πηγή που ανέβλυζε στα αριστερά τους,   συνέχιζαν το κουβεντολόϊ με την περιγραφή της συναρμολόγησης. Αφού έμπαιναν τα φακιόλια και τα τουλπάνια στο κεφάλι, βέβαια,  για να μην πέσει καμιά τρίχα από τα μαλλιά, όλα και όλα, νοικοκυρές ήταν.
Η διαδικασία, ίδια: Να βγει το σιτάρι από το τρισόνι και να μπεί στην μεγάλη σουπιέρα, να ανακατευτεί με λίγο αλευράκι -φυσικά ότι περισσέψει θα μπει στον ασουρέ μαζί με λιγο σιτσράκι- έτσι για να μην κολλήσει, και μετά τα μυρωδικά και οι ψιλοκομμένοι ξηροί καρποί με τις ξαθιές της μιάς ή τις σκουρόχρωμες της άλλης σταπίδες και τα μυρωδικά μέχρι να γίνει ένα ένα μυρωδάτο χαρμάνι που κατέληγε στον δίσκο. Από πάνω το αλεσμένο μπισκότο πατημένο με τις παλάμες, <για να μην έχει ζαρωματιες εγώ το πατώ με πετσέτα> πρόφταινε η πιό γρήγορη στις κουβέντες, μετά το κοσκινισμένο αλεύρι, <έτσι για ασπρίσει λίγο το πιατο και να μην φαίνεται το μπισκότο>. Από πάνω η ζάχαρη και πιό πάνω, εδώ είναι που θέλει μαστοριά, η πουδρα ζάχαρη. Πάλι στρώσιμο με την παλάμη ή με την πετσέτα, είμαι να μην έχει ζάρες σαν ραφές σαν κακοραμμένο φουστάνι,  και εδώ είναι που σε θέλω, να μην πάει έξω απο το χείλος του δίσκου, ίσια -ίσια στην μπορντούρα, με το μικρό δαχτυλάκι να μπαίνει σε ενέργεια.
Εμενε μόνο το στόλισμα. Πρώτα ένα στρογγυλό ασημένιο κουφετάκι στη μέση και μετά, οι κουφέτες με το αμύγδάλο μέσα, πάνω κάτω, δεξιά και αριστερά, για να γίνει ένας Σταυρός. Κάποια διαφωνία εδώ, αν ο Σταυρός θα ήταν συμμετρικός, αν το επάνω θα είναι μικρότερο από το κάτω, ανάλογα και πόσες κουφέτες υπήρrχαν, για να μπούν και στο γύρο της πιατέλας και <εμένα διές, αν δεν φτάσουν,  συμπληρώνω με τα ξεφλουδισμένα αμύγδαλα>  Αφού πιά είχαν φέρει σε πέρας την ιεροτελεστία του στολίσματος, έμενε η προσεκτική τοποθέτηση  στην κατάλευκη κεντημένη με μονόγραμμα ανεβατό πετσέτα -της προίκας και αυτή- για την μεταφορά, Και οι τέσσερις γωνιές μαζί για να δεθεί ο κόμπος και ιδού ο λόγος που προτιμούσαν τις στρογγυλές πιατέλες και στρογγυλούς δίσκους.
Ετσι λέγοντας και με τα μάγουλα κοκκινισμένα και τα στήθη γεμισμένα από καθαρό αέρα, -φημισμένος ο αέρας των Θεραπειών, αφού είχε γιατρέψεiι ακόμα και τον Πατριάρχη Αττικό μια φορά κι έναν καιρό και λόγω της θεραπείας που βρήκε, έδωσε στο χωριό την ονομασία του- κόντευαν να φτασουν. Τα κυπαρίσσια πρόβαλαν τις κορφές τους πάνω από τα άλλα δεντρα, ο φρεσκασπρισμένος τοίχος που περικλείει τους τάφους των αγαπημένων μας, αρχισε να φαίνεται. Εχοντας στο ένα χέρι το κόλυβο, στο άλλο την τσάντα με το θυμιατό, τα καρβουνάκια, τα σπίρτα και το θυμίαμα και το τζουζντανάκι με τα ψιλά για τον Παπά, έφταναν επί τέλους <επάνω>, στην είσοδο της Αγίας Ελένης.
Κόσμος μέσα αρκετός, που έφτασε πριν  από τις θείες, μουρμουρητά, <<εδώ θα έρθουμε όλοι>> -που να ήξεραν;- ψιθυριστές κουβέντες, και άλλος κόσμος έφτανε μετά από αυτές. Αλλοι με τα πόδια, αλλοι με ταξί, μερικοί με αυτοκίνητα που έκλειναν προσεκτικά και όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν για να μην ξυπνήσουν αυτούς που κοιμόταν στην αγκαλιά της αιώνιας ζωής.  Γνωστοί, άγνωστοι, συγγενείς, φίλοι και μη, όλοι με την ίδια έγνοια,  Να έρθουν στους δικους τους φέρνοντας τα δώρα τους. Κόλλυβα. Τι άλλο;
o
Θεία Λεμονίτσα, σαν και σήμερα και πολλά χρόνια πριν μας άφησες. Βρέθηκες αλλού και όχι <επάνω> όπως περίμενες. Δεν σε ξεχνώ,
Νίκη
1η μέρα του Απρίλη 2025
Buckingham, Αγγλία